ρυτίδωση

η / ῥυτίδωσις, -ώσεως, ΝΑ [ῥυτιδῶ]
σχηματισμός ρυτίδων, ρυτίδωμα, πτύχωση, σούφρωμα
νεοελλ.
1. ιατρ. αισθητική δυσμορφία τού δέρματος που προκαλείται από πολλαπλασιαμό τών ρυτίδων στο πρόσωπο και, ιδίως, στους κροτάφους, στη ρινοχειλική αύλακα, αλλά και στον τράχηλο, και η οποία οφείλεται στον εκφυλισμό και στην απώλεια τής ελαστικότητας τού δέρματος λόγω ηλικίας, ενώ στα νεαρά άτομα παρουσιάζεται λόγω συγκινήσεων, καταχρήσεων κ.ά. καταστάσεων
2. μτφ. ελαφρός κυματισμός θάλασσας ή λίμνης
αρχ.
η συστολή, η σμίκρυνση τού ματιού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζάρωμα — το [ζαρώνω] σχηματισμός πτυχών ή ρυτίδων, πτύχωση, σούφρωμα, ρυτίδωση …   Dictionary of Greek

  • πεπονιά — (κουκουμίδα). Φυτό της οικογένειας των Κουκουρβιτιδών (δικοτυλήδονα), γνωστό για τους χοντρούς εδώδιμους καρπούς του, τα πεπόνια, κατάγεται από την Ασία και την υποτροπική Αφρική και καλλιεργείται από τα αρχαιότερα χρόνια. Είναι φυτό ποώδες, με… …   Dictionary of Greek

  • ρίκνωση — η / ῥίκνωσις, ώσεως, ΝΜΑ [ῥικνῶ] το αποτέλεσμα τού ρικνώνω, ρυτίδωση, συστολή, ζάρωμα, ρίκνωμα …   Dictionary of Greek

  • ρικνότητα — η / ῥικνότης, ητος, ΝΑ [ῥικνός] ύπαρξη ρυτίδων, ρυτίδωση, ζάρωμα, σούφρωμα αρχ. η καμπυλότητα …   Dictionary of Greek

  • ρυσότης — ητος, ἡ, Α [ῥυσός] ρυτίδωση, ζάρωμα …   Dictionary of Greek

  • ρυτιδώνω — ῥυτιδῶ, όω, ΝΑ [ῥυτίς, ίδος] (μτβ.) προξενώ ρυτίδωση σε κάποιον ή σε κάτι, ζαρώνω κάποιον ή κάτι αρχ. μτφ. κατηγορώ κάποιον ψευδώς και κακοβούλως, διαβάλλω …   Dictionary of Greek

  • ρύσωση — η / ῥύσωσις, ώσεως, ΝΑ [ῥυσῶ (ΙΙ)] ρυτίδωση, ζάρωση …   Dictionary of Greek

  • Βουσμάνοι — Αφρικανικός λαός, θεωρούμενος πρωτομορφικός σε σχέση με τη αφρικανική ομάδα. Οι Β. διαφέρουν από τους άλλους καθαυτό νεγροειδείς λαούς σε διάφορα χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων είναι το μελαχρινοκιτρινωπό χρώμα του δέρματος, τα αραιά μαλλιά, η …   Dictionary of Greek

  • ορεογένεση — Το σύνολο των γεωλογικών φαινομένων που προκάλεσαν τον σχηματισμό των ορεινών αλυσίδων. Ο κλάδος της γεωλογίας που διατυπώνει τις διάφορες υποθέσεις περί ορεογένεσης ονομάζεται τεκτονική και μελετά τις αιφνίδιες παραμορφώσεις (πτυχώσεις,… …   Dictionary of Greek

  • ζάρωμα — το, ατος σχηματισμός πτυχών ή ρυτίδων, πτύχωση, ρυτίδωση: Ζάρωμα προσώπου, φορέματος κ.ά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.